πνῖγος

πνῖγος
πνῖγος
choking
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • πνίγος — εος, τὸ, Α 1. πνιγμός, πνιγμονή 2. πνιγηρός καύσωνας («ἐν κοίλῳ χωρίῳ ὄντας καὶ τὸ πνῑγος ἔτι ἐλύπει διὰ τὸ ἀστέγαστον», Θουκ.) 3. ένα από τα επτά μέρη τής παράβασης στην αττική κωμωδία, που ονομαζόταν έτσι γιατί έπρεπε να διαβαστεί με μία… …   Dictionary of Greek

  • πνίγος — το ους, δυσκολία στην αναπνοή από την πολλή ζέστη, αλλ. πνιγούρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πνίγει — πνί̱γει , πνίγω choke pres ind mp 2nd sg πνί̱γει , πνίγω choke pres ind act 3rd sg πνί̱γει , πνῖγος choking neut nom/voc/acc dual (attic epic) πνί̱γεϊ , πνῖγος choking neut dat sg (epic ionic) πνί̱γει , πνῖγος choking neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πνιγετός — ὁ, Α το πνῑγος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < πνῖγος + κατάλ. ετός (πρβλ. παγ ετός, πυρ ετός)] …   Dictionary of Greek

  • πνίγη — πνίγω choke aor ind pass 3rd sg (homeric ionic) πνί̱γη , πνῖγος choking neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) πνί̱γη , πνῖγος choking neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Парабаза — (παράβασις) часть древней аттической комедии, исполняемая исключительно хором. Название П. произошло от того, что перед произношением этой части хор делал передвижение (παραβήναι προς τό θέατρον) в оркестре: от сцены обращался к зрителям. В… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • ίδος — ἶδος, τὸ (Α) 1. ιδρώτας 2. θερμότητα 3. καύσωνας. [ΕΤΥΜΟΛ. Οι γλώσσες τού Ησυχίου εἶδος καῡμα και ἠεῑδος πνῑγος οδηγούν στην αναγωγή τής λ. σε IE *sweidos «ιδρώτας» > *Fεῑδος > *ἷδος, με ιωτακισμό κατ επίδραση τού συγγενούς σημασιολογικά τ …   Dictionary of Greek

  • πνίγω — ΝΜΑ 1. θανατώνω εμποδίζοντας την αναπνοή, με βύθιση στο νερό ή στραγγαλισμό ή εισπνοή δηλητηριωδών αερίων 2. (σχετικά με άγρια βότανα ή θάμνους) περιτυλίγομαι γύρω από ένα φυτό σφίγγοντάς το, με αποτέλεσμα να μαραθεί (α. «τα αγριάγκαθα έπνιξαν… …   Dictionary of Greek

  • πνιγηρός — ή, ό / πνιγηρός, ά, όν, ΝΑ αποπνικτικός, αυτός που δυσκολεύει την αναπνοή, με πίεση τού λαιμού, με ζέστη ή με τη χημική σύστασή του (α. «πνιγηρή ατμόσφαιρα» β. «σκηνώμασι πνιγηροῑς ἠναγκασμένων διαιτᾱσθαι», Πλούτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < πνῖγος + κατάλ.… …   Dictionary of Greek

  • πνιγώδης — ῶδες, Α [πνίγος] 1.αυτός που πνίγει 2. (για χώρο) αποπνικτικός («τὸ σῶμα κείμενον ἐν τόποις θερμοῑς καὶ πνιγώδεσιν», Ιπποκρ.) 3. (για αναπνευστική οδό) πνιγμένος, φραγμένος («πνιγώδης φάρυγξ», Ιπποκρ.) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”